ΤΟΠΩΝΥΜΙΚΑ

 

 

Άγιος Δημήτριος

Αγραπιδόκαμπος

Αγριλούλες

Άη Γιάννης

Αλογοβορός

Αμάραντος

Αμπάρα

Αμπελάκι

Αμπελιανός

Αμπολύτσης

Αντρειωμένου Σπήλια

Απάνω Αμπέλια

Απάνω Νησιά

Ασβεσταριά

Βάρβαρος

Γιαννάκη Τα Κουκιά

Γιόλακας

Γκαρίλα

Γκελανίτης

Γκιώνη Τα Λαγκάδια

Γληγοράτσου

Γούβα Κορδόση

Γουργάρα

Γουρμαναχιό

Γραμμένη Πέτρα

Γυφτοστάθη

Δραγγονάρα

Δυό Λούτσες

Δυσσέου Τα Δέντρα

Εφτά Στήματα

Ημεροκλήμα

Ημεροκτούπ

Κακαβόλουμπα

Κακαβά

Κακό Λαγκάδι

Κακό Μελίσσι

Καλογέρου Λαγκάδι

Καρτέρια

Κατέλες

Κατσικολάγκαδο

Κάτω Κάμπος

Κάτω Νησιά

Κλεφτόλουμπα

Κόκκινη Λούτσα

Κόμμα

Κουδουνότρυπα

Καμαρούλες

Κουσουρής

Κουτσούμπα

Κουφάλες

Κρεββάτες

Κροκίδες

Κρυφό

Κυδώνια

Λάκκα Κουτρούλη - Στέργιου Παναγιά - Τσορβαντζή

Λάκκα Μπανίτσα

Λάππα Σπηλιά

Λεμονιά

Ληρώς Βελανιδιά

Λιανού Λούτσα

Λυκοχορός

Μαγγίνα Το Βάρεμα

Μακρύλακκας

Μάλιου Το Βοϊδι

Μαραθούλα

Μαστραποστόλη Σπηλιά

Mελικοκκιά

Μούσαρη

Μετόχι

Μπουστανιά

Μύλος Κουλουρή

Μυρμηγκόλυσα

Νησάκι

Νησιά: Ζήκου - Φίλη - Λιαροκάπη - Δημητρούκα

Ντάλιος

Ντροσπηλιά

Παλιόκαστρο

Παλιοκόνακα

Παλιοκόπρια

Παλιόλουμπα

Παλιομαντριά

Παλιομπρούσια

Παλιόστανη

Παλιούρια

Παναγιά

Παπαθανάση

Παπά Τα Χωράφια

Παραβόλα

Παλιοπόταμος

Πεζοπόρι

Περιστερότρυπα

Πηγαδούλες

Πικροδάφνη

Πλατάνια Κοντογιάννενας

Πλατάνια Λιαροκάπη

Ποταμιά

Πυργαρέλος

Ραχούλια

Σαμάρι

Σαρακιώτη Βάρεμα

Σγουμπή Βελανιδιά

Σιδηράμαξος

Σκασμάδα

Σπαρτόραχη

Σπηλιές

Σπίτια

Σταυρός

Στόμα Λάκκας

Ταξιάρχης

Τζελένη

Τουκρομνήματα

Τραμπάλα - Τραμπαλοπούλα

Τσακίστρα

Τυλίχτρα

Φανερωμένη

Φλασκά Βρύση

Φραξόλουτσα

Φράξος

Φτελόλουτσα

Χαρακιώνα

Χούνη

Χριστάκη Το Λημέρι

Χοντρά Παλιούρια

Σε κάθε τόπο έζησαν σε χρόνια παλιά άνθρωποι, που έγραψαν με τη ζωή τους ιστορία όπως βέβαια συμβαίνει πάντοτε. Αύτη η ιστορία όμως κάθε τόπου, άγραφη όπως έμεινε, είναι τις περισσότερες φορές σκοτεινή. Περνούν τα χρόνια και τα γεγονότα σκεπάζονται και λησμονούνται ή, έτσι όπως φέρονται και λέγονται από στόμα σε στόμα και από γενεά σε γενεά, παραποιούνται και παραμορφώνονται κι αλλάζουν δρόμο και σκοπό, ώστε να καταντούν αγνώριστα... Όσο κι αν ερευνάμε βρισκόμαστε μπροστά σε δυσκολίες, που αφήνουν πολλά κενά που δε βοηθάνε να βρούμε την αρχή και την αλήθεια, την πραγματική ιστορία. Τότε καταφεύγουμε σε άλλα μέσα, που βοηθάνε. Τέτοια μέσα είναι:

α) ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ, δηλ. ιστορίες που λέγονται απ' το λαό σε κάθε τόπο, που μοιάζουν βέβαια σαν παραμύθια, άλλα δεν ειπώθηκαν έτσι χωρίς να κρύβεται στο βάθος κάποια αρχή και κάποια αλήθεια. Από κάπου ξεκίνησαν. Αλλά είπαμε πώς και γιατί από στόμα σε στόμα παραμορφώ­νονται.

β) ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ μας, αυτά που τραγουδάει ο λαός. Τα τραγούδια αυτά που κάπου ξεκίνησαν, από κάποιο περιστατικό, που έγινε σε καιρό περασμένον. Λέμε και τραγουδάμε, ας πούμε, «Τούρκοι βαστάτε τ' άλογο λίγο να ξανασάνω...». Ποια είναι η αρχή του; Πήραν κάποτε οι Τούρκοι τον άρρωστο Κατσαντώνη και τον πήγαιναν δεμένο απάνω στο άλογο στον Αλή  Πασά... κι ο δύστυχος Κλέφτης ζητάει να τον αφήσουν λίγο να ξανασάνει.  Έτσι βγήκε το τραγούδι... Αλλά και τα τραγούδια με τον καιρό,  από στόμα σε στόμα γενεές ολόκληρες, καταντάνε αγνώριστα. Παράδειγμα:   «Σελήμπεη  μπεόπουλο,   της   Πάτρας   αρχοντόπουλο...».   Δεν λέγεται όμως σωστά έτσι... Να, πώς βγήκε το τραγούδι τούτο: Στην Αθήνα στα χρόνια της τουρκοκρατίας διοικητής ήτανε ένας Τούρκος που λεγότανε Κατσίμπεης. Έδρα είχε την Πλάκα. Καλός άνθρωπος, που βοηθούσε τους σκλάβους Έλληνες, που δίκαια είχαν μέσα τους αιώνων μίσος για τον δυνάστη, λησμόνησαν τις καλοσύνες και ευεργεσίες του Κατσίμπεη και έπιασαν... και κρέμασαν σ' ένα πλάτανο της Πλάκας τον Σελήμπεη. Σε λίγο καιρό  που πέρασε η φωτιά μετάνιωσαν για  την αχαριστία τους και... τραγούδησαν το αδικοχαμένο Μπεόπουλο. Πρέπει λοιπόν να τραγουδάνε σωστά και να λέμε «της Πλάκας αρχοντόπουλο» και όχι της Πάτρας.

γ) ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ. Και είναι αυτά ονομασίες τόπων, που δεν δόθηκαν έτσι χωρίς αφορμή και αιτία. Λέμε, ας πούμε, της «Λήρως ή βελανιδιά». Φαίνεται καθαρά γιατί δόθηκε αυτή ή ονομασία. Απ' το όνομα της Λήρως... Ποια ήτανε όμως αύτη; Και ποια σχέση είχε με τη βελανιδιά αύτη; Κοίταξε την εξήγηση εδώ στο κεφάλαιο «Τοπωνυμικά» και στη λέξη «Λήρως βελανιδιά». Τέτοιες διευκρινήσεις δίνουμε για τις διάφορες τοποθεσίες του χωριού, για τα τοπωνύμια του χωριού, παρακάτω. Τα τοπωνύμια και τις ιστορίες τους μου τις είπαν διάφοροι συγχωριανοί και ιδιαίτερα δύο: ο μακαρίτης Κώτσος Ι. Πετρονικολός και ο Θόδωρος Γ. Κονδύλης, που σαν ξωμάχοι περπάτησαν σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την απέραντη περιφέ­ρεια του χωριού και μια ζωή έζησαν στο ύπαιθρο με τα πρόβατα και μίλησαν με τους ήσκιους και με τα στοιχειά της φύσεως μέσα στα δάση.

Άγιος Δημήτριος

Μικρό και απλό Εκκλησάκι (δεν ξέρουμε πότε και από ποιους χτίστηκε) απάνω σ' ένα λοφίσκο στην άκρη του κτήματος Λεσίνι, από όπου πήρε το όνομα και η τοποθεσία. Όταν άρχισε η αποξήρανση του τεράστιου έλους και η διαμόρφωση του κτήματος, η Γεωργική Εταιρία Λεσινίου - η  Γ Ε Λ - έχτισε στη θέση αυτή λίγα σπιτάκια για τους φύλακες. Σιγά - σιγά χτίστηκαν και άλλα από οικογένειες κτηνοτρόφων από ξένα μέρη που παραχείμαζαν εκεί και έτσι δημιουργήθηκε ένα μικροσκοπικό χωριό, ο «Άη Δημήτρης» με την Εκκλησούλα του και το Σχολείο του...

Αγραπιδόκαμπος

Ανάμεσα απ' τις τοποθεσίες «Νησάκι» και «Ημεροκλήμα» ένας κάμπος αρκετά μεγάλος που φτάνει ως το «Κόμμα» στον Αχελώο. Πήρε το όνομα απ' τις αγραπιδιές (αγριαχλαδιές), τα μόνα δέντρα που υπήρχαν εκεί στα παλιά χρόνια. Οι αγραπιδιές κάνουν έναν καρπό στρογγυλόν μικρόν και στιφνόν, που εμείς τα τρώγαμε για φρούτα τότε που στην Περιφέρεια δεν υπήρχαν άλλα φρούτα... Και το περίεργο είναι που απ' αυτές τις χιλιάδες αγραπιδιές που υπήρχαν εκεί, άλλα και σε άλλες τοποθεσίες, δε είπε κανένας να κεντρώσει ούτε μια... Αργότερα στο κέντρο του «αγραπιδό-κάμπου» φάνηκαν κ' έγιναν όμορφα και θεόρατα δυό πλατάνια, σαν δίδυμα, που φύτεψε ο πατέρας μου όταν είχε γυρίσει από στρατιώτης.

Αγριλούλες

Ένας λόφος, που στην πλαγιά του υπάρχουν πολλοί θάμνοι από σχίνα, πουρνάρια και πολλές μικρές αγριελιές.

Άη Γιάννης

Τοποθεσία  δεξιά  και συνέχεια  του  «αγραπιδόκαμπου»  κοντά  στον Αχελώο. Είναι αρκετά μακρύς, χαμηλός και ομαλός λοφίσκος, κατασκέπαστος από το θάμνο «ασφάκα». Κάποτε εκεί υπήρχε μικρό ξωκλήσι του Άη Γιαννη, που τώρα δεν σώζεται ούτε ίχνος του.

Αλογοβορός

Περιοχή, όπου συγκεντρώνονταν ή έβοσκαν άλογα (βορός) λέγεται το «στρατόπεδο αλόγων».

Αμάραντος

Κοντά στο ξωκλήσι «Παναγιά» (κοίταξε στο σχετικό κεφάλαιο) ένας λόφος απότομος, αρκετά ψηλός, ολόρθος, όλος μεγάλες πέτρες, σαν μπηγ­μένες στο λιγοστό χώμα που φαίνεται... 'Ανάμεσα στις πέτρες αυτές φυτρώνει ένα άνθος, ο «αμάραντος», που μοσχοβολάει. Δεν ανεβαίνουν εύκολα εκεί πάνω άνθρωποι και έτσι το όμορφο χρυσοκίτρινο αυτό άνθος αφθονεί. Την Παρασκευή της Λαμπρής, που γιορτάζει το ξωκλήσι «Πανα­γιά - Ζωοδόχος Πηγή», οι νέοι και οι νέες ανεβαίνουν, σκαρφαλώνουν στις απόκρημνες κορφές του λόφου και μαζεύουν τον «αμάραντο» και φέρνουν αγκαλιές απ' αυτόν στα σπίτια τους. Και το λουλούδι αυτό διατηρείται με το χρυσό χρώμα του και τη μοσχοβολιά του πολύ καιρό χωρίς νερό... Για τον «αμάραντο» μιλάει και το ωραίο δημοτικό τραγούδι, που το χορεύουν πολλοί στα πανηγύρια: «Για δέστε, τον αμάραντο σε τι βουνά φυτρώνει... Φυτρώνει μέσ ' στα δίχαλα, στις πέτρες, στα λιθάρια!».

Αμπάρα

Το σημείο της μπασιάς, της εισόδου στο γειτονικό κτήμα Λεσίνι.

Αμπελάκι

Η τοποθεσία πήρε το όνομα από παλιό, παμπάλαιο αμπέλι, που σώζονται ίχνη του... Μερικές ρίζες δείχνουν πώς ήτανε εκεί αμπέλι σε χρόνια πολύ παλιά.

Αμπελιανός

Ερείπια μοναστηριού στη θέση αυτή. Δεν ξέρουμε από που και γιατί πήρε το όνομα αυτό.

Αμπολύτσης

Καταλήγουν εκεί πολλά ρέματα που χύνουν τα νερά τους προς τον κάμπο...

Αντρειωμένου Σπήλια

Ο απλός και πρωτόγονος λαός στα πολύ παλιά χρόνια, που ζούσε πολύ κοντά στη φύση, όλα τα παράξενα περιστατικά του καιρού και των ιδίων των ανθρώπων,  που  ξεπερνούσαν στην  παραξενιά τα ανθρώπινα μέτρα, τα θαύμαζε και μη μπορώντας να τα εξηγήσει, τα μεγαλοποιούσε και τους απέδιδε υπερφυσικές ιδιότητες... Έτσι θα είδε και στη σπηλιά τούτη κάποιον άγνωστον άντρακλα, που ποιος ξέρει πώς και από που ξέπεσε εκεί και ζούσε απομονωμένος απ' τον άλλον κόσμο, τον θεώρησε υπερφυσικό απ' τα παράξενα και ιδιότροπα φερσίματα του, που πρόδιδαν σκληρό και δυνατό, έτσι που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους ανθρώπους και τον είπε «αντρειωμένον!». Έτσι πρέπει να τον είπε με την πρώτη εντύπωση που του έκαμε και πήρε και η σπηλιά το όνομα «του αντρειωμένου σπηλιά»...

Απάνω Αμπέλια

Σε ένα πολύ μεγάλο οροπέδιο υπήρχαν αμπέλια, που έκαναν σταφύλια για εκλεκτό κρασί. Ονομάστηκαν «απάνω αμπέλια» για να διακρίνονται απ' τα αμπέλια, που ήσαν στον κάμπο.

Απάνω Νησιά

Απ' τον Αχελώο, που όταν ξεχείλιζε έφερνε σωρούς χώματα, είχαν δημιουργηθεί μικρά νησιά (του Ζήκου, του Λιβάνη, του Λιαροκάπη, του Δημητρούκα). Δεξιά τους στα βορειοανατολικά του χωριού όλη η καλλιερ­γήσιμη περιοχή πήρε το όνομα «απάνω νησιά» απ' τα μικρά νησιά που θα υπήρχαν μέσα στην περιοχή αυτή στα παλιά χρόνια. Την περιοχή αύτη έκλεινε η παλιά κοίτη του Αχελώου, που ακολουθούσε τη γραμμή: αμπέλι Αλέξη Πετρονικολού - σταφίδα Λιαροκάπη - λεύκες Κατσάνου - σταφίδα Παπανικολάου - πλατάνια Κοντογιάννενας κλπ. Αυτή τη γραμμή από σταφίδα Παπανικολάου - πλατάνια Κοντογιάννενας τη λέμε «παλιοπόταμο» και την ανατολική από τον «παλιοπόταμο» καλλιεργήσιμη περιοχή «Κάτω Νησιά» (ασφαλώς θα υπήρχαν κι εδώ νησάκια στα παλιά χρόνια που τώρα έχουν αφανιστεί) για να διακρίνονται από τα «Απάνω Νησιά». Η κοίτη του Αχελώου έχει αλλάξει και κάνει κύκλο ακολουθώντας τη γραμμή: δεξιά (βορειοανατολικά) απ' τα «Απάνω Νησιά», πλησιάζει το χωριό Γουριά, όπου η περαταριά - πορθμείο που συνδέει Πεντάλοφο - Γουριά και συνέχεια κατηφορίζει αφήνοντας Γουριά - Μάστρου - Νιοχώρι αριστερά και δεξιά τα «Απάνω Νησιά» - και τα χωριά Παλιοκατούνα (Λεσίνι) και Κατοχή και τραβάει κάτω και χύνεται στη θάλασσα στο νοτιότατο άκρο του Ξηρομέρου. Σήμερα απ' τα Νησιά, που αναφέραμε παραπάνω, δεν έμειναν ούτε σημάδια... Τα αφάνισαν τα... καμώματα του Αχελώου το ίδιο εύκολα όπως τα είχε ο ίδιος δημιουργήσει...

Ασβεσταριά

Λειτουργούσε στο μέρος τούτο ασβεσταριά, που έκανε άσβεστη για τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής.

Βάρβαρος

Η τοποθεσία πήρε το όνομα τούτο από ένα αρωματικό φυτό, που φυτρώνει πλούσια εκεί και λέγεται - δεν ξέρουμε γιατί - «βάρβαρος»».

Γιαννάκη Τα Κουκιά

Γύρω - γύρω ραχούλες και στη μέση ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί κάποιος Γιαννάκης είχε σπείρει κουκιά. Και δεν ήτανε τον καιρό εκείνον τόσο συνηθισμένη τέτοια καλλιέργεια... Για τούτο στον τόπο αυτό έμεινε το όνομα «του Γιαννάκη τα κουκιά»...

Γιόλακας

Τοποθεσία ανάμεσα απ' το «Μετόχι» και «Κρυφό»». Είναι μεγάλη σχετικά έκταση, κάπως χαμηλότερη απ' τη γύρω περιοχή, που κατά την περίοδο των πολλών βροχών του χειμώνα κρατούσε πολλά νερά σαν λίμνη. Κατά τις άλλες περιόδους του χρόνου φαινόταν μόνο δάσος από λυγαριές και παλιούρια. Το μέρος αυτό, έτσι που βρισκότανε ανάμεσα από ραχούλες, έμοιαζε σαν «λάκκα». Και ίσως ονομάστηκε έτσι απ' τις λέξεις «γαία - γη και λάκκα - γαιόλακας - γιόλακας».

Γκαρίλα

Παραχείμαζε στην θέση αυτή μιά οικογένεια βλάχων κτηνοτρόφων. Ο αρχηγός της οικογένειας λεγότανε Γκαρίλας. Οι Γκαριλέοι μάλιστα λέγεται πώς ήρθαν σε προστριβές και σε ρήξη για τις βοσκές με τους Κονδύληδες απ' την Πεντάλοφο και σκότωσαν έναν Κονδύλη...

Γκελανίτης

Απ' το μοναδικό δέντρο της μικρής αυτής περιοχής που λεγότανε «γκελανίτης», πήρε το όνομα. Ίσως απ' την άρχ. λέξη «κελανός» = μαύρος, θα ήτανε δηλ. το χρώμα του δέντρου μαύρο, σκούρο.

Γκιώνη Τα Λαγκάδια

Τα βουναλάκια της περιοχής σχηματίζουν λαγκαδιές και ρεματιές, όπου ζούνε πουλιά «γκιώνηδες». Ο γκιώνης λαλάει τη νύχτα λυπητερά λέγοντας μόνο μιά λέξη «γκιών» «γκιών»... Ο λαός δεν δυσκολεύτηκε να πλάσει το μύθο του... Ήτανε, λέει κάποτε δυό αδέρφια, που είχανε πολλά άλογα. Βαλμάς (αυτός που τα φύλαγε) ήτανε ο Γκιώνης. Κάποτε ο αδερφός καβαλίκεψε ένα απ' τα άλογα κι άρχισε να τα μετράει. Τα μέτραγε, τα ξαναμέτραγε και φυσικά έλειπε ένα, αυτό που είχε καβαλικέψει. Δεν τά' βρισκε λοιπόν σωστά. Έτσι τα δυό αδέρφια ήρθαν σε λόγια και πιάστη­καν... και στην κακή την ώρα ο αδερφός σκότωσε... τον Γκιώνη!  Όταν τα ξαναμέτρησε, βρήκε το λάθος και τόσο πικράθηκε για το σκοτωμό τον άδικο του αδερφού του, που ζήτησε απ' το θεό και μεταμορφώθηκε σε πουλί και τις νύχτες δεν κάνει τίποτε άλλο παρά κλαίει τον αδερφό του λέγοντας
«γκιών» γκιών...           

Γληγοράτσου

Απ' το όνομα «Γληγοράτσου» (Γρηγόρη) Αθανασίου, πάππου του συνομήλικου μου Γρηγόρη Αθανασίου ή Θανασά. Στα χρόνια εκείνα που μάζευαν βελανίδι είχε στο μέρος τούτο το «ντεμάχι» του και εκεί έστηνε το «ορδί» του ο Γληγοράτσος (για τις λέξεις ντεμάχι = τεμάχιο και ορδί = νοικοκυριό).

Γούβα Κορδόση

Γούβα είναι γύρω - γύρω λόφοι και στο μέσο ένα ομαλό καλλιεργήσιμο έδαφος. Ένα οροπέδιο χαμηλό όμως, κάπως βαθουλωτό. Έτσι η γούβα αυτή πήρε το όνομα από κάποιον Κορδόση, στον όποιον άνηκε.

Γουργάρα

Απ' το όνομα κάποιας γυναίκας, που την έλεγαν «Βούλγαρη» κι ο κόσμος την είπε «Γουργάρα». Το β έγινε γ και το λ έγινε ρ. Κατά τον ίδιο τρόπο ο λαός λέει «γλέπω» αντί «βλέπω» και «προιάρι» αντί «πλοιάριο».

Γουρμαναχιό

Στο μέρος αυτό μαζεύονταν κοπάδια γουρούνια για γρέκιασμα. Με τα τσακώματα τους και με τα παιγνίδια τους και τα σκουξίματά τους τα γουρούνια έκαναν φοβερό θόρυβο... Και έχει επικρατήσει κάθε μεγάλη αταξία και ακαταστασία να λέμε τη συγκέντρωση, που παρουσιάζει ατσαλιά και κακό σαν να πέρασε από κει κοπάδι γουρούνια. Ίσως στο μέρος αυτό να συγκεντρώνονταν τα γουρούνια για ευνούχισμα, για «μουνούχισμα».

Γραμμένη Πέτρα

Μιά μεγάλη πέτρα - βράχος κάπως βαθουλωτή στο μέσον και σαν μπηγμένη στη γη. Το απάνω μέρος της πέτρας, το βαθούλωμα, βρίσκεται στο ίδιο ύψος με το έδαφος. Από κει περνούσε δρόμος, «σύρμα», που οδηγούσε βαθειά μέσα στη χαράδρα. Πολλοί που περνούσαν από κει και οι τσοπάνηδες χάραζαν στην πέτρα το όνομα τους και χρονολογίες και με τον καιρό η πέτρα γιόμισε γράμματα για να πάρει έτσι το όνομα «πέτρα γραμμένη».

Γυφτοστάθη

Θέση όπου έστηνε εκεί το «ορδί» του για το μάζεμα βελανιδιού κάποιος Στάθης γύφτος.

Δραγγονάρα

Περιοχή στην κορφή των «απάνω νησιών», δίπλα στον Αχελώο. Ακαλλιέργητος στα παλιά χρόνια τόπος, όπου αφθονούσε το φυτό «ρένα», που έφτανε τα δυο μέτρα ύψος και ήτανε τόσο πυκνή, ώστε να γίνεται αδιαπέραστο τείχος, ζούγκλα αληθινή... Για τέτοιους τόπους ο λαός έκαμε τους μύθους του... Πίστεψε πώς μέσα σε τέτοιες θέσεις, όπως σε όλες τις «δραγγονάρες» (δρακονάρες), ζούσαν δράκοι, δηλαδή δρακόντοι, τέρατα με δύναμη ακαταμάχητη, με βλέμμα οξύ και διαπεραστικό που «χαβώνει», που μαγνητίζει, που σφάζει... Τους δράκους αυτούς οι παλιοί τους ήθελαν φύλακες θησαυρών, πηγών κλπ. "Έτσι στα παραμύθια μας μιλάμε για δρακόντους φοβερούς, που βλέπουν άμα έχουν τα μάτια κλειστά και... κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά. Καταλαβαίνετε τί ζούγκλα ήτανε η τοποθεσία τούτη, που σωστά έπρεπε να λέγεται «δρακονάρα», τόπος με δρακόντους, και που τώρα έχει γίνει χωράφια και περιβόλια...

Δυό Λούτσες

Λούτσα είναι βαθούλωμα του εδάφους μεγάλο σε έκταση, που γιόμιζε και κρατούσε νερά βρόχινα, σαν λίμνη, που απ' αυτό έπιναν άνθρωποι και ζώα σε εποχές που σημειωνότανε έλλειψη νερού, κυρίως στις μέρες καλο­καιριού. Απ' το όνομα «λούτσα» λέμε για τον βρεγμένο άνθρωπο «έγινε λούτσα», δηλαδή μουσκεύτηκε. Εδώ υπήρχαν δυό λούτσες.

Δυσσέου Τα Δέντρα

Θυμάμαι τα δυό αδέρφια: τον Δυσσέα και τον Στάθη (Σταθέλο) Δημη­τρίου. Απ' την περιοχή τούτη τα δυό αδέρφια έκοβαν ξύλα και έκαναν διάφορα γεωργικά εργαλεία. Ως και κάρο έφκιασαν όλο ξύλινο χωρίς το παραμικρό σίδερο απάνω του. Φουστανελλάδες γραφικοί τεχνίτες. Ο Δυσσέος αργότερα έκανε τον καφετζή, εκεί που σήμερα έχει ταβέρνα ο γιος του Δημοσθένης.

Εφτά Στήματα

Μιά πολύ μεγ