ΠΕΝΤΑΛΟΦΟΣ

 ΤΟΠΙΚΟΝ  ΛΕΞΙΚΟΝ

 

 

Προσπάθεια να καταγραφούν οι τοπικές λέξεις και εκφράσεις  στο www.pentalofos.com το οποίο και φιλοξενεί το πρώτο λεξικό τοπικών εννοιών, και των ερμηνειών τους. Φιλοδοξία είναι να πλουτίσει το μικρό αυτό λεξικό και να αποδείξει αφετέρου πόσο ζωντανή είναι η ντόπια ομιλία μας, αφού χρησιμοποιείται κατά κόρον και από τους νέους ανθρώπους του Χωριού μας (και μεγαλύτερους) σε συζητήσεις και αναφορές στο διαδίκτυο. Ένα λεξικό χρήσιμο για κάθε φοιτητή, σπουδαστή, επισκέπτη, αυτού του Χωριού, που θα τον βοηθήσει κατά τον καλύτερο τρόπο να κατανοήσει τους κατοίκους της περιοχής.

 

 

α

 

α! α! α!

ναι! ναι! ναι!

ααα;

τι είπατε;

αααααααα

σωστά ή κατάλαβα

αγάλια-αγάλια

σιγά-σιγά

ακορμένομαι

ακούω με προσοχή

αλάργα

μακριά, περίμενε

αλσίβα

απορρυπαντικό του παλιού καιρού φτιαγμένο από στάχτη

αλυχτάω

γαυγίζω

αλώντσα

αλώνισα

αμόλτσα

άφησα

άμπνασόμπ ου διάουλους

άντε που να σου μπει ο διάολος

αναμέρα

κάνε άκρη

αντάρα

ομίχλη, θολούρα

αντικιαστά

στα τυφλά

αντράλα, χαρβαλασιό

φασαρία

αντραποδίθκα, περδικλώθκα

σκόνταψα

απάν - απκάτ - σιακεί - σιαπάν

δήλωση κατεύθυνσης

απθώνω

αφήνω κάτι κάπου

απίδσα

πήδηξα (απήδσα μσουρανίς = σηκώθηκα στον αέρα)

απίστουμα

μπρούμυτα

αποκουντριασμένους

αποχαυνωμένος

αποσβολώθκα

μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω

απόστασα

κουράστηκα

απουμόθκα

πνίγηκα

απστόμσε

αναποδογύρισε

αρίδα

πόδι

ασβισταριά

λάκκος που σβήνουμε ασβέστη

ασκένουμει

σιχαίνομαι

αστόησα

ξέχασα

αύλακας

αυλάκι, ρυάκι

αφσκιά

ασχήμια!

αχαΐρευτος

ανεπρόκοπος

αχαμνός

ο αδύνατος

β

 

βάβου

γιαγιά

βαζόγαλο

το μεταλλικό κουτί από γάλα

βαλάντωσα (στο κλάμα)

έκλαψα πάρα πολύ

βαρβάτμα

ζευγάρωμα ζώων

βαρκό

ακαλλιέργητο χωράφι γεμάτο νερό που βουλιάζει

βατσνιά

αγκάθια - πουρνάρια

βαφτζμένου

βαπτισμένο

βέλαξα (απ'τον πόνο)

φώναξα δυνατά ή πόνεσα πολύ

βζένου

θηλάζω

βιλέντζα

μάλλινο σκέπασμα

βίτσα

βέργα

βούζα (η)

κοιλιά φουσκωμένη - βατράχι μεγάλο

γ

 

γαλατόπτα

πίττα από γάλα

γατσούλι

γατάκι

γέρεψα

γιατρεύτηκα, έγινα καλά - έγινα γερός

γιάκ

άκουσε (για άκουσε)

γίνγκει

αόριστος του γίνομαι

γιόμσμα

γέμισμα

γκαβώθκα

τυφλώθηκα

γκάνιαξα

πείνασα, δίψασα

γκιγούμ

μεταλλικό δοχείο

γκισέμ

τράγος

γκλιορεύω

είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνος

γλίνα

γεωσκόληκας

γούπατο

εσοχή

γουργουλεύω

ανακατεύω

γούρμασε

ωρίμασε

γραδώνω

στριμώχνω, αγκιστρώνω, σκαλώνω , μπλέκομαι

γύκος

σωρός από στρώματα

δ

 

δαμάλι

ταύρος

δαυλί

δαύλος

δαχλίδ

δαχτυλίδι

δίματ

δεμάτι

δρασκέλατο

πήδατο, πηδηξέ το

δριμόνι

κόσκινο

ε

 

έντισα

έμπλεξα

έρμου

έρημο

ζ

 

ζα

ζώα

ζαβλακώθκα

νύσταξα ή δεν ξέρω που είμαι

ζαβώνω

στραβώνω

ζαλοκνιέμαι

ζαλίζομαι, κουνιέμαι

ζαργκόθκα

μεταφέρω κάτι στην πλάτη (συνήθως ξύλα)

ζαρκό

γυμνό

ζάφτω

πέφτω ή πίνω

ζβάου

σβήνω

ζγουρ

ζυγούρι

ζγώνω

πλησιάζω

ζίβα

σβήσε (ζίβα τ'φεξ = σβήσε το φως)

ζλάπ

το ζώο γενικώς, ο ατίθασος άνθρωπος

ζμι

ζουμί

ζμπάω

βάζω - πιέζω

ζμώνου

ζυμώνω

θ

 

θειά

θεία

θέρσα

θέρισα

θκομ

δικό μου

θλιά

θηλιά

ι

 

ιπρουχτές

προχθές

ιψές

χθες

κ

 

κακαβάνι

τσίγκινα άδεια κουτάκια, βάζα ή υποδηλώνει φθορά (το έκανες κακαβάνι το αυτοκίνητο)

καλιγκότς

κάποιος κουβαλάει κάποιον στην πλάτη του

καλιγώνου

πεταλώνω

καλογιάννος

μικρό πουλάκι

καλόηρους

καλόγερος

καμτσίκ

μαστίγιο

καμώνου

οργώνω

καρδάρα

μεταλλικός κουβάς για το γάλα

καρκαλοϊόται

κακαρίζει (η κότα)

καρκαλοϊτό

ανακοίνωση νέου αυγού από την κότα

καρκαμπίλα

ήλιος καυτός

καρκόθκα

πνίγηκα

κάρνα

κάρβουνα

καρυδώνω

πνίγω (θα τ'καρυδώσω)

καταϊ

κάτω

καταψιά

γουλιά ή μπουκιά

κάτσε

κάθισε

κατσούλα

η κουκούλα από πανωφόρι

καψαλίσκα

κάηκα, καψαλίστηκα

κένωσε

σερβίρισε (κένωσε το φαϊ = σερβίρισε το φαγητό)

κίθι

κατά 'κεί (κίθι πήγαν = κατά εκεί πήγανε)

κιό

αφού (κιό δεν έχω φράγκο)

κιότευω

δειλιάζω, φοβάμαι (κιότεψα = δείλιασα, φοβήθηκα)

κλάθκα

κουλάθηκα

κλαμπάνισμα

παράγω θόρυβο για να τρομάξω τα ψάρια

κλαπατσίμπανα

όργανα, ορχήστρα

κλιορεύομαι

κοιμάμαι

κλιτσινάρ

αδύνατος

κοκονάκι

όταν κάποιος κάθεται με λυγισμένα τα γόνατα.

κοκόσες

καρύδες

κορδομπούλιασε

σβόλιασε

κοσά

το δρεπάνι

κουλουκθόπτα   

πίττα από κολοκύθα

κουμάσι

γουρουνόσπιτο (παλιάνθρωπος)

κούντρισα

χτύπησα το κεφάλι μου

κουρκούτ

χυλός

κουρόμπλα

κορόμηλα

κουσέβου

τρέχω

κουσί

τρέξιμο

κουτόπλου

κοτόπουλο

κρεβατίνα

κληματαριά, που χρησιμοποιείται για ίσκιο

κρένω

μιλάω

κριτσάλσε

κριτσάνησε ή κάτι τέτοιο

κριτσιανοβόλσι

έσπασε με δυνατό θόρυβο

λ

 

λαγαρίζω

διαβαίνω

λαϊνι

πήλινο δοχείο για νερό

λάιος

μαύρος

λάκσα (πλυθ. λακίσαμαν)

πήρα δρόμο, έφυγα τρέχοντας

λαμπουγυάλι

Το γυαλί της λάμπας πετρελαίου

λάπατο

λάχανο

λαρώνω

ησυχάζω

λιανόματα

τα κέρματα, τα μικρά αντικείμενα

λιανός

λιγνός

λιάρδα

φσέκι, μεθώ

λίβας

ζεστός άνεμος

λιμπά

αρ***α

λισγάρ

το μυτερό φτυάρι

λιτρουβιό, λιουτρίβ

ελαιοτριβείο

λόγγους

δάσος

λούρους

λεπτό κομμάτι ξύλου

λούτα

η αχτένιστη, απεριποίητη γυναίκα

μ

 

μαβλάω

προσκαλώ τα ζωντανά ή τα κατοικίδια

μαζώνου

μαζεύω

μακελεύω

λιανίζω

μαλιότα

κάπα από τρίχες γιδών

μανάλι

μανουάλι

μαντρί

στάβλος

μαργώνω

κρυώνω, ξεπάγιασα (μάργουσα απ του κρύου) 

μαρκαλάω

κάνω sex

μαρκούτσ

ξύλο, αντρικό όργανο, κάτι που δεν ξέρω πως δουλεύει, (φέρ'το μαρκούτσ)

μαρμίτα

τα λεφτά

ματζαφλάρ

κάτι μακρύ, αυτό που ...κρέμεται !!

ματουϊάλα

γυαλιά οράσεως

ματσαλάω

μασάω

μάτσκας

ο θηριώδης άνδρας

μέσπλο

μούσμουλο

μη μι γκιούιζ

μη με αγγίζεις

μισάλι

τραπεζομάντηλο

μουβόρκους

αιμοβόρος

μούτος

μουγκός

μπαϊλτσα

ζαλίστηκα

μπακακάκι

βατραχάκι

μπακανιάρικο

το παιδί, πού έχει πρησμένη κοιλιά

μπακάνιασα

πρήστηκα, από το πολύ νερό, ποτό

μπακατσέλη

μπακακάκι, βατραχάκι

μπαλαμούτσα

το πέλμα του ποδιού

μπαρχάλα

διχάλα, βρομοδουλειά

μπασά

έχει ρεύμα, φυσάει

μπιζέρσα

βαρέθηκα

μπικιώνα

κανάτα

μπλαθρώνω

σκεπάζω κάτι πρόχειρα, καλύπτω

μπλάνα

χωμάτινος σβόλος

μπλαντάμ

ό άχαρος, χοντροκομμένος άνθρωπος

μπλαρ

μουλάρι

μπλατσανάω

πλατσουρίζω ή κάνω μπάνιο σε ρηχά νερά

μπολιάζω

εμβολιάζω

μπόλκου

αρκετό

μπομπότα

το ψωμί από καλαμπόκι

μπούγλα

τενεκές

μπούζι

κρύο

μπουρμπούτσαλο

έντομο

μπουχαρής

καμινάδα

μπράσκα

μεγάλος βάτραχος

μπραστ

έφυγε γρήγορα

μσάκα

βατράχι - vampire μεγάλου μεγέθους που πίνει αίμα από πρόβατα η μσάκα είναι επίσης γνωστή και σαν "μπράσκα", εξού και ο "μπασκοκοίλης"

ο μσάκας = αυτός που είναι χοντρούλης

μσαφιραίοι

επισκέπτες

μσκάρ

μοσχάρι

μσο

μισό

μτσούδια

μούρη, πρόσωπο

ν

 

νομ' ή ναμ'

δώσε μου

νταβάνι

άγριο έντομο

νταβλαρώθκα

έπεσα κάτω ή ξάπλωσα απότομα

νταούλιασε

μέθυσε

ντέσμου

μπλέξιμο

ντζιοπάνς

γιδοβοσκός (γκλίτσμαν)

ντιπ

τελείως, εντελώς

ντιρλικώνου

τρώω καλά

ντμπάτσαμαν

την πατήσαμε

ξ

 

ξαμόνου

απλώνω

ξαποστάζω

ξεκουράζομαι

ξεκλιτσνιάσκει

διαλύθηκε

ξεμοτόχου

αποκλειστικά

ξεπατώθκα

διαλύθηκα, κουράστηκα

ξεσκανταλίσκει

απορυθμίστηκε

ξεσκλάω

σκίζω

ξετσάνισες

απέκτησες θάρρος

ξηρκό

ξεραμένο

ξιζάρκοτος

γυμνός

ξιζαρκώθκα

ξεγυμνώνομαι

ξιθλικώνου

ξεκουμπώνω

ξικλιάσκα

έσκασα στο φαί

ξιμπλέκου

ξεμπλέκω

ξιπαστρεύου

ξεκαθαρίζω

ξιπιτσάσκα

ξεφλουδίστηκα

ξισκουτίσκα

Μεταφορική λέξη , μου βγήκαν τα συκώτια

(βγες έξω να ξισκουτισείς = βγες έξω να ηρεμήσεις, να πάρεις αέρα)

ξιτσαουλιάστκα

μου έφυγε το στόμα, μου έφυγε το σαγόνι

ξουράφ

ξυράφι

ξουραφίσκα

κόπηκα με ξυράφι

ξούρζμα

ξύρισμα

ο

 

όκα

συνήθως εκφράζει απορία

ουβραίους

εβραίος

ούι

συνήθως εκφράζει έκπληξη

ουλουένα

συνέχεια

ουχτρός

εχθρός

όχτους

όχθη, γκρεμός

π

 

παένου

πηγαίνω

παραμάζουμα

το πήρα μαζί

παρασάνταλο

τρελό, χαζό

παρασόλισα

φοβήθηκα, τρελάθηκα

παραστένου

μιμούμαι

πάφλας (πλυθ. παφίλια)

τσίγκος, τσίγκινος

πετσί

επιδερμίδα, δέρμα σύνταξη με πετσί (πετσώνω = καλύπτω επιφάνεια αλλά και κάνω sex)

πθαμή

παλάμη

πινιάρς

αυτός που παινεύεται

πκάμσου

πουκάμισο

πλακοπάϊδα

παγίδα για πουλιά με επίπεδη πέτρα

πλακόφωνο

πικάπ

πλι

πουλί

πλομάτσα

στρώμα

πλουτούμ

μούσκεμα

ποστιάζω

βάζω το ένα πάνω στο άλλο, ταχτοποιώ

πουλπουντίρ

μικρή σαύρα

πουνιάζομαι

τρώω

πουτσαράς

παλληκάρι

πράματα

τα πρόβατα, τα ζώα

πράτα

πρόβατα

πρατίνα

προβατίνα

πριτσαλίστκα

κάηκα

πριτσιαλάω

κάνω sex

προυγκάου

φοβίζω, διώχνω

πσλά

ψηλά

πτσαρας

αγόρι (αντίθετο τσούπα = κορίτσι)

πτσάς

υποτιμητικά ο άνδρας

πυρουστιά

Εξάρτημα (μεταλλικός τρίποδας) που βάζουμε πάνω από τη φωτιά για να βάλουμε την κατσαρόλα

ρ

 

ραχατιάζω

ξεκουράζομαι-λαγοκοιμάμαι

ρέκαξα, ρεκοβέλαξα

κλάμα και ουρλιαχτό στην ίδια κραυγή (στούμπσα το δάχλο = αιτία για ρεκοβέλασμα)

ρέκος

σπαρακτικό κλάμα, πόνος

ρζάφτ

η περιοχή κάτω από το αφτί (ρίζα αφτιού)

ρόκα

καλαμπόκι

ρουγουβίζ

πλαστική ελαστική ρόγα που χρησίμευε για τάϊσμα μικρών αρνιών, Το μπιμπερό

ρουπώνω

χορταίνω, ρούπωσα = έφαγα

σ

 

σάιζμα

κάλυμμα κρεβατιού

σαλιβάρι

φερετζές για ζώα (προς αποφυγή δαγκώματος)

σαπέρας

ο άσχετος

σαπίτς

το φίδι σαπίτης

σατίλι

ο κουβάς

σάφαρα

τα πεσμένα φύλλα των δέντρων

σαφρακιασμένο

το αδύνατο ή αδύναμο, το κακόμοιρο

σβιρκαριά

σβέρκος, λαιμός

σβόηρας - κατσκανάρ

ζωηρός

σβούρατο

πέτα το (το σβούριξα = το πέταξα)

σβουρνιξέ το

πέταξέ το

σιμπάω

ανακατεύω (σίμπα τη φωτιά, σίμπα το φαϊ)

σιούγκρα τον

σκούντησέ τον

σκαφίδα

μεγάλη λεκάνη

σκλαρίκ

σκουλαρίκι

σκλικ

σκουλήκι

σκούζου

φωνάζω δυνατά

σκρούμπος

κάηκε εντελώς - καρβουνιάστηκε

σκύβαλα

υποπροϊόν μετά το κοσκίνισμα του σιταριού

σκυλεύουντι

όταν ζευγαρώνουν τα σκυλιά

σμα

κοντά

σουντάου

ορμάω

σπρι

σπόρος, σπυρί

στουρνάρ

σκληρή πέτρα από χαλαζία, ο αγράμματος

σφαλαγγούδια

αράχνες

σφουγγάω

σκουπίζω

σφουντίλι

εξάρτημα της ρόκας γνεσίματος

σφρίδα

πρωκτός

τ

 

τένιες

αθλητικά παπούτσια

τζόκια

αρ***α

τίγκα

γεμάτο όσο δεν παίρνει άλλο

τλώνω (αόριστος τίλωνα)

γεμίζω ασφυκτικά

τουρτούρσα

τρέμω από το κρύο

τούφα

ξάπλα

τραχανόπτα

πίτα από τραχανά

τράω

κοιτάζω

τρουβάς

ταγάρι

τσάκα

παγίδα

τσακίς

έλα  γρήγορα, βιάσου

τσακίσκει

έπεσε και χτύπησε άσχημα, ή ήρθε πολύ γρήγορα

τσακμάκι

αναπτήρας(περίπου)

τσαούλια

σαγόνι

τσαρτσίνα

παντελόνι μάλλινο

τσάσκα

μεταλλική κούπα

τσέργα

φλοκάτη

τσέρλο

ρευστά κόπρανα

τσιακνιρίδα

πολύ λεπτή γάμπα

τσικλίσκα

σκίστηκα

τσίλιας

Βασίλης

τσιοκανάω

ευνουχίζω

τσιροπούλι

μικρό πουλί

τσίφλια (τα)

μάτια

τσόκι

ο αμόρφωτος, αυτός που δεν έχει τρόπους

τσουκανίζου

ευνουχίζω

τφεκ

τουφέκι

τφικάου

τουφεκάω

φ

 

φαϊ

φαγητό

φαρμακώθκα

στεναχωρήθηκα

φκιάνου

φτιάχνω

φκιάρ

το φτυάρι

φλιτράω

πετάω (φλιτούρξα = πέταξα)

φουρδάκλιασα

πήρα φωτιά

φραστ

γρήγορη κίνηση

φσέκι

λιάρδα, μεθώ

φτάου

φτύνω

φτιλ

φυτίλι

χ

 

χάβου

τρώω

χάθκαμαν

χαθήκαμε

χαλεύω

ζητάω

χασουμέρς

ο αργοκίνητος, ο αργός

χαψά

μπουκιά

χιζουβόλσια

έχεσα

χλιάρ

κουτάλι

χλιμάρα

η έντονη μιζέρια

χνόπουρο

φθινόπωρο

χουγιάζου

φωνάζω

χούι

ελάττωμα

ψ

 

ψένου

ψήνω

ψουμουτύρ

ψωμί με τυρί

ω

 

ώξου

έξω

 

Στράτος Μπίκας

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ